Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El agua corriente
01
ρεύμα νερού, βρυσούχο νερό
agua potable que llega a una vivienda a través de tuberías y sale por los grifos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La cabaña no tenía agua corriente, solo un pozo.
Η καλύβα δεν είχε ρεύμα νερού, μόνο ένα πηγάδι.



























