Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La casa flotante
01
πλωτό σπίτι, κατοικημένο σκάφος
una embarcación acondicionada para ser usada como vivienda permanente o de recreo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
casas flotantes
Παραδείγματα
Pasan los veranos viviendo en una casa flotante en el río.
Περνούν τα καλοκαίρια ζώντας σε ένα πλωτό σπίτι στο ποτάμι.



























