Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
no adosado
01
μη προσκολλημένος
(referido a una casa) que está separada de otras construcciones, con espacio libre a su alrededor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más no adosado
συγκριτικός βαθμός
más no adosado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
no adosado
αρσενικό πληθυντικό
no adosados
θηλυκό ενικό
no adosada
θηλυκό πληθυντικό
no adosadas
Παραδείγματα
La casa no adosada al final de la calle está en venta.
Το απομονωμένο σπίτι στο τέλος του δρόμου είναι προς πώληση.



























