climatizado
climatizado
klimat̪iθaðo
klimatithadho
deterioradoperjudicadodomesticadopremeditado

Ορισμός και σημασία του "climatizado"στα ισπανικά

climatizado
01

κλιματιζόμενος, με κλιματισμό

equipado con un sistema que regula la temperatura y a veces la humedad del aire interior 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más climatizado
συγκριτικός βαθμός
más climatizado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
climatizado
αρσενικό πληθυντικό
climatizados
θηλυκό ενικό
climatizada
θηλυκό πληθυντικό
climatizadas
Παραδείγματα
El coche nuevo tiene el habitáculo completamente climatizado. 

Το καινούριο αυτοκίνητο έχει το εσωτερικό πλήρως κλιματιζόμενο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store