el cimiento
cim
ˈθim
thim
ien
jen
yen
to
to
to
cientocimento

Ορισμός και σημασία του "cimiento"στα ισπανικά

01

θεμέλιο, βάση

la parte de una construcción que está bajo tierra y sirve de base y soporte 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cimientos
Παραδείγματα
Los cimientos de la casa son de hormigón armado. 

Τα θεμέλια του σπιτιού είναι από οπλισμένο σκυρόδεμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store