Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La puerta trasera
01
πίσω πόρτα, παραθυράκι
una entrada secundaria o de servicio situada en la parte trasera de un edificio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
puertas traseras
Παραδείγματα
Siempre cerramos con llave la puerta trasera por la noche.
Κλειδώνουμε πάντα την πίσω πόρτα τη νύχτα.



























