la aporía
a
a
a
por
ˈpoɾi
pori
ía
a
a
ironíautopíaaveríaestría

Ορισμός και σημασία του "aporía"στα ισπανικά

01

μια έκφραση αμφιβολίας ή μια λογική αντίφαση σε ένα κείμενο, απορία

una expresión de duda o una contradicción lógica en un texto 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
aporías
Παραδείγματα
El filósofo presenta una aporía sobre la naturaleza del tiempo. 

Ο φιλόσοφος παρουσιάζει μια απορία για τη φύση του χρόνου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store