Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La discografía
01
δισκογραφία, πλήρες σύνολο μουσικών ηχογραφήσεων
el conjunto completo de grabaciones musicales de un artista o grupo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
discografías
Παραδείγματα
La discografía de la banda incluye diez álbumes de estudio.
Η δισκογραφία του συγκροτήματος περιλαμβάνει δέκα στούντιο άλμπουμ.



























