el afinador
a
a
a
fi
fi
fi
na
na
na
dor
ˈðoɾ
dhor
afilador

Ορισμός και σημασία του "afinador"στα ισπανικά

01

κουρδιστήρι, διαπασών

un dispositivo que ajusta la afinación de un instrumento musical 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
afinadores
Παραδείγματα
El guitarrista usa un afinador electrónico antes de tocar. 

Ο κιθαρίστας χρησιμοποιεί έναν ηλεκτρονικό συντονιστή πριν παίξει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store