Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El pedal
01
πετάλι, πετάλι
una palanca que se acciona con el pie en un instrumento musical
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pedales
Παραδείγματα
Una parte de la música requiere el uso del pedal central.
Ένα μέρος της μουσικής απαιτεί τη χρήση του κεντρικού πετάλ.



























