Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hacer una audición
01
κάνω ακρόαση
realizar una prueba para un papel en una obra, película, banda u otra producción artística
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
hago una audición
γ΄ ενικό πρόσωπο
hace una audición
ενεστώτα μετοχή
haciendo una audición
απλός αόριστος
hizo una audición
παθητική μετοχή
hecho una audición
Παραδείγματα
Nunca había hecho una audición para una película tan grande antes.
Δεν είχε κάνει ποτέ ακρόαση για μια τόσο μεγάλη ταινία πριν.
LanGeek



























