Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El salón de baile
01
αίθουσα χορού, αίθουσα χοροῦ
una gran sala o establecimiento público diseñado para bailar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
salones de baile
Παραδείγματα
El salón de baile del hotel era enorme y tenía candelabros brillantes.
Η αίθουσα χορού του ξενοδοχείου ήταν τεράστια και είχε λαμπερά πολυέλαια.



























