Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
difuminar
01
θολώνω, αναμιγνύω
suavizar o mezclar los bordes de un color o línea para crear una transición
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
difumino
γ΄ ενικό πρόσωπο
difumina
ενεστώτα μετοχή
difuminando
απλός αόριστος
difuminó
παθητική μετοχή
difuminado
Παραδείγματα
Difumina las sombras con un pincel seco.
Αποχρωματίστε τις σκιές με ένα ξηρό πινέλο.



























