difuminar
di
di
di
fu
fu
foo
mi
mi
mi
nar
ˈnaɾ
nar
diseminar

Ορισμός και σημασία του "difuminar"στα ισπανικά

difuminar
01

θολώνω, αναμιγνύω

suavizar o mezclar los bordes de un color o línea para crear una transición 
difuminar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
difumino
γ΄ ενικό πρόσωπο
difumina
ενεστώτα μετοχή
difuminando
απλός αόριστος
difuminó
παθητική μετοχή
difuminado
Παραδείγματα
El artista difumina los colores con los dedos. 

Ο καλλιτέχνης θαμπώνει τα χρώματα με τα δάχτυλά του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store