Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bosquejar
01
σκιαγραφώ, κάνω πρόχειρο σχέδιο
hacer un dibujo rápido y básico de una idea
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
bosquejo
γ΄ ενικό πρόσωπο
bosqueja
ενεστώτα μετοχή
bosquejando
απλός αόριστος
bosquejó
παθητική μετοχή
bosquejado
Παραδείγματα
Los estudiantes bosquejan el modelo en clase.
Οι φοιτητές σκιαγραφούν το μοντέλο στην τάξη.



























