bosquejar
Pronunciation
/bˌɔskexˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "bosquejar"στα ισπανικά

bosquejar
01

σκιαγραφώ, κάνω πρόχειρο σχέδιο

hacer un dibujo rápido y básico de una idea
bosquejar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
bosquejo
γ΄ ενικό πρόσωπο
bosqueja
ενεστώτα μετοχή
bosquejando
απλός αόριστος
bosquejó
παθητική μετοχή
bosquejado
Παραδείγματα
Los estudiantes bosquejan el modelo en clase.
Οι φοιτητές σκιαγραφούν το μοντέλο στην τάξη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store