sorber
Pronunciation
/sɔɾβˈɛɾ/

Ορισμός και σημασία του "sorber"στα ισπανικά

sorber
01

ρουφώ, απορροφώ απαλά

beber un líquido en pequeñas cantidades, aspirando suavemente
sorber definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sorbo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sorbe
ενεστώτα μετοχή
sorbiendo
απλός αόριστος
sorbió
παθητική μετοχή
sorbido
Παραδείγματα
Sorbía la limonada para aliviar el calor.
Ρουφούσε τη λεμονάδα για να ανακουφίσει τη ζέστη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store