Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sorber
01
ρουφώ, απορροφώ απαλά
beber un líquido en pequeñas cantidades, aspirando suavemente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
sorbo
γ΄ ενικό πρόσωπο
sorbe
ενεστώτα μετοχή
sorbiendo
απλός αόριστος
sorbió
παθητική μετοχή
sorbido
Παραδείγματα
Sorbió su té caliente con cuidado para no quemarse.
Έπινε προσεκτικά το ζεστό της τσάι για να μην καεί.



























