Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hacer dieta
01
κάνω δίαιτα, ακολουθώ δίαιτα
seguir un régimen alimenticio específico, generalmente para perder peso o por razones de salud
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
hago dieta
γ΄ ενικό πρόσωπο
hace dieta
ενεστώτα μετοχή
haciendo dieta
απλός αόριστος
hizo dieta
παθητική μετοχή
hecho dieta
Παραδείγματα
Mi hermana decidió hacer dieta para sentirse mejor.
Η αδερφή μου αποφάσισε να κάνει δίαιτα για να νιώσει καλύτερα.



























