Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
correoso
01
μασώμενος, που απαιτεί παρατεταμένη μάσηση
que requiere masticación prolongada y ofrece resistencia al morderlo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más correoso
συγκριτικός βαθμός
más correoso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
correoso
αρσενικό πληθυντικό
correosos
θηλυκό ενικό
correosa
θηλυκό πληθυντικό
correosas
Παραδείγματα
Estas barras de cereales son deliberadamente correosas.
Αυτές οι μπάρες δημητριακών είναι σκόπιμα δύσκολες στο μάσημα.



























