correoso
co
ko
ko
rreo
ˈreo
reo
so
so
so
apestosonerviosofrondosoamistoso

Ορισμός και σημασία του "correoso"στα ισπανικά

01

μασώμενος, που απαιτεί παρατεταμένη μάσηση

que requiere masticación prolongada y ofrece resistencia al morderlo 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más correoso
συγκριτικός βαθμός
más correoso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
correoso
αρσενικό πληθυντικό
correosos
θηλυκό ενικό
correosa
θηλυκό πληθυντικό
correosas
Παραδείγματα
Me encanta el centro correoso de un brownie bien hecho. 

Λατρεύω το λαστιχωτό κέντρο ενός καλά φτιαγμένου brownie.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store