Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hacer puré
01
κάνω πουρέ, λιώνω σε πουρέ
aplastar alimentos hasta obtener una textura suave y cremosa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
hago puré
γ΄ ενικό πρόσωπο
hace puré
ενεστώτα μετοχή
haciendo puré
απλός αόριστος
hizo puré
παθητική μετοχή
hecho puré
Παραδείγματα
Voy a hacer puré las patatas para la cena.
Πρόκειται να κάνω πουρέ τις πατάτες για το δείπνο.



























