Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rociar
01
ψεκάζω, ραντίζω
esparcir un líquido en gotas finas sobre una superficie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
rocío
γ΄ ενικό πρόσωπο
rocía
ενεστώτα μετοχή
rociando
απλός αόριστος
roció
παθητική μετοχή
rociado
Παραδείγματα
El chef roció el postre con salsa de chocolate.
Ο σεφ ψέκασε το επιδόρπιο με σάλτσα σοκολάτας.



























