Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rociar
01
ψεκάζω, ραντίζω
esparcir un líquido en gotas finas sobre una superficie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
rocío
γ΄ ενικό πρόσωπο
rocía
ενεστώτα μετοχή
rociando
απλός αόριστος
roció
παθητική μετοχή
rociado
Παραδείγματα
Rocíe ligeramente el molde con harina antes de verter la mezcla.
Ψεκάστε ελαφρά το καλούπι με αλεύρι πριν ρίξετε το μίγμα.



























