la tenazas
te
te
τε
na
ˈna
να
zas
θas
θασ

Ορισμός και σημασία του "tenazas"στα ισπανικά

01

τσιμπίδα, πένσα

una herramienta de dos brazos pivotantes unidos en un extremo, usada para agarrar o manipular objetos 
la tenazas definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
plural
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
tenazas
Παραδείγματα
Usé las tenazas de cocina para servir la pasta sin quemarme. 

Χρησιμοποίησα την κουζινική τσιμπίδα για να σερβίρω τα ζυμαρικά χωρίς να καείς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store