cardar
car
kaɾ
kar
dar
ˈðaɾ
dhar
cargar

Ορισμός και σημασία του "cardar"στα ισπανικά

cardar
01

πλέκω προς τα πίσω, χτενίζω προς τα πίσω

peinar el cabello hacia atrás y hacia la raíz para crear volumen 
cardar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
cardo
γ΄ ενικό πρόσωπο
carda
ενεστώτα μετοχή
cardando
απλός αόριστος
cardó
παθητική μετοχή
cardado
Παραδείγματα
Se cardó las raíces antes de recogerse el pelo en un moño. 

Χτένισε τις ρίζες πριν μαζέψει τα μαλλιά της σε κότσο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store