Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cardar
01
πλέκω προς τα πίσω, χτενίζω προς τα πίσω
peinar el cabello hacia atrás y hacia la raíz para crear volumen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
cardo
γ΄ ενικό πρόσωπο
carda
ενεστώτα μετοχή
cardando
απλός αόριστος
cardó
παθητική μετοχή
cardado
Παραδείγματα
Se cardó las raíces antes de recogerse el pelo en un moño.
Χτένισε τις ρίζες πριν μαζέψει τα μαλλιά της σε κότσο.



























