Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cortar en capas
01
κομμάτι σε στρώσεις, κούρεμα με στρώσεις
cortar el cabello a diferentes longitudes para crear volumen y movimiento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
corto en capas
γ΄ ενικό πρόσωπο
corta en capas
ενεστώτα μετοχή
cortando en capas
απλός αόριστος
cortó en capas
παθητική μετοχή
cortado en capas
Παραδείγματα
Cortó su flequillo en capas para mezclarlo con el resto del cabello.
Κόβει σε στρώματα τα μαλλιά της για να τα αναμείξει με τα υπόλοιπα μαλλιά.



























