Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
masajear
01
μασάζ
presionar y amasar los músculos del cuerpo con las manos para relajarlos o aliviar el dolor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
masajeo
γ΄ ενικό πρόσωπο
masajea
ενεστώτα μετοχή
masajeando
απλός αόριστος
masajeó
παθητική μετοχή
masajeado
Παραδείγματα
Masajear la zona lumbar puede aliviar el dolor de espalda.
Το μασάζ της οσφυϊκής περιοχής μπορεί να ανακουφίσει τον πόνο στην πλάτη.



























