refrescar
ref
ref
ρεφ
res
res
ρεσ
car
ˈkaɾ
καρ
refrendar

Ορισμός και σημασία του "refrescar"στα ισπανικά

refrescar
01

αναζωογονώνομαι

asearse ligeramente para sentirse más limpio y despejado 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
refresco
γ΄ ενικό πρόσωπο
refresca
ενεστώτα μετοχή
refrescando
απλός αόριστος
refrescó
παθητική μετοχή
refrescado
Παραδείγματα
Llegó a casa y se refrescó la cara con agua fría. 

Έφτασε στο σπίτι και αναζωογόνησε το πρόσωπό της με κρύο νερό.

02

αναζωογονώ

disminuir la sensación de calor o calor corporal 
Παραδείγματα
Me refresqué con agua fría después de correr. 

Δροσίστηκα με κρύο νερό μετά το τρέξιμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store