Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
refrescar
01
αναζωογονώνομαι
asearse ligeramente para sentirse más limpio y despejado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
refresco
γ΄ ενικό πρόσωπο
refresca
ενεστώτα μετοχή
refrescando
απλός αόριστος
refrescó
παθητική μετοχή
refrescado
Παραδείγματα
Llegó a casa y se refrescó la cara con agua fría.
Έφτασε στο σπίτι και αναζωογόνησε το πρόσωπό της με κρύο νερό.
02
αναζωογονώ
disminuir la sensación de calor o calor corporal
Παραδείγματα
Me refresqué con agua fría después de correr.
Δροσίστηκα με κρύο νερό μετά το τρέξιμο.



























