refrescar
Pronunciation
/rˌefɾeskˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "refrescar"στα ισπανικά

refrescar
01

αναζωογονώνομαι

asearse ligeramente para sentirse más limpio y despejado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
refresco
γ΄ ενικό πρόσωπο
refresca
ενεστώτα μετοχή
refrescando
απλός αόριστος
refrescó
παθητική μετοχή
refrescado
Παραδείγματα
Se refrescó los pies en la piscina.
Αναζωογόνησε τα πόδια του στην πισίνα.
02

αναζωογονώ

disminuir la sensación de calor o calor corporal
Παραδείγματα
Se refrescó con una bebida fría mientras descansaba.
Αναζωογονήθηκε με ένα κρύο ποτό ενώ ξεκουραζόταν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store