Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El modelaje
01
μοντελισμός, επάγγελμα μοντέλου
la profesión de trabajar como modelo para mostrar ropa o productos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Empezó en el modelaje cuando tenía solo quince años.
Ξεκίνησε στη μοντελάρισμα όταν ήταν μόλις δεκαπέντε ετών.



























