escotado
es
es
es
co
ko
ko
ta
ˈta
ta
do
ðo
dho
escogidoescamado

Ορισμός και σημασία του "escotado"στα ισπανικά

01

βαθύκολπος, αποκαλυπτικός

una prenda que tiene un escote muy profundo, especialmente en la parte delantera 
escotado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más escotado
συγκριτικός βαθμός
más escotado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
escotado
αρσενικό πληθυντικό
escotados
θηλυκό ενικό
escotada
θηλυκό πληθυντικό
escotadas
Παραδείγματα
Llevaba un vestido muy escotado para la fiesta. 

Φορούσε ένα πολύ βαθύκολτο φόρεμα για το πάρτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store