Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
de raya diplomática
01
με λεπτές ρίγες, με διπλωματικές ρίγες
una tela, usualmente para trajes, con un patrón de finas rayas verticales y espaciadas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
de raya diplomática
αρσενικό πληθυντικό
de raya diplomática
θηλυκό ενικό
de raya diplomática
θηλυκό πληθυντικό
de raya diplomática
Παραδείγματα
El banquero llevaba un traje de raya diplomática azul marino.
Ο τραπεζίτης φορούσε ένα σκούρο μπλε κοστούμι με διπλωματικές ρίγες.



























