Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La perla
01
μαργαριτάρι, μαργαριτάρι
una gema orgánica, redonda y brillante, creada dentro de una ostra
Παραδείγματα
Su perla barroca era única y muy especial.
Το μπαρόκ μαργαριτάρι της ήταν μοναδικό και πολύ ξεχωριστό.
perla
01
μαργαριτάρι
de un color blanco grisáceo suave y con un brillo nacarado o lustroso
Παραδείγματα
El satén perla del cojín le daba un toque de lujo.
Το μαργαριτάρι σατέν του μαξιλαριού του έδινε μια αίσθηση πολυτέλειας.



























