Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El velo
01
πέπλο
una pieza de tela fina que cubre la cabeza o la cara, usada por elegancia, religión o como accesorio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
velos
Παραδείγματα
La novia llevaba un velo largo y blanco.
Η νύφη φορούσε ένα μακρύ λευκό πέπλο.



























