Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El guardarropa
01
ντουλάπα, γκαρνταρόμπα
la colección completa de ropa que posee una persona
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
guardarropas
Παραδείγματα
Su guardarropa consiste principalmente en ropa negra y gris.
Η ντουλάπα του αποτελείται κυρίως από μαύρα και γκρι ρούχα.



























