el atuendo
at
ˈat
ατ
uen
wen
ουεν
do
do
ντο
tremendodividendo

Ορισμός και σημασία του "atuendo"στα ισπανικά

01

ενδυμασία, στολή

un conjunto de ropa y accesorios que una persona lleva puestos 
el atuendo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
atuendos
Παραδείγματα
Su atuendo elegante era perfecto para la gala. 

Η κομψή ενδυμασία του ήταν τέλεια για τη γκαλά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store