Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ralo
01
αραιός, αραιωμένος
que tiene sus elementos poco densos o separados entre sí, como el cabello o un bosque
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más ralo
συγκριτικός βαθμός
más ralo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ralo
αρσενικό πληθυντικό
ralos
θηλυκό ενικό
rala
θηλυκό πληθυντικό
ralas
Παραδείγματα
A mi abuelo se le está quedando el pelo ralo en la coronilla.
Τα μαλλιά του παππού μου γίνονται αραιά στο κορυφαίο.



























