ralo
ra
ˈra
ra
lo
lo
lo
malopaloregalointervalo

Ορισμός και σημασία του "ralo"στα ισπανικά

01

αραιός, αραιωμένος

que tiene sus elementos poco densos o separados entre , como el cabello o un bosque 
ralo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más ralo
συγκριτικός βαθμός
más ralo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ralo
αρσενικό πληθυντικό
ralos
θηλυκό ενικό
rala
θηλυκό πληθυντικό
ralas
θεματικό πεδίο
densidad, vegetación, cabello
Παραδείγματα
A mi abuelo se le está quedando el pelo ralo en la coronilla. 

Τα μαλλιά του παππού μου γίνονται αραιά στο κορυφαίο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store