chiquita
Pronunciation
/tʃikˈita/

Ορισμός και σημασία του "chiquita"στα ισπανικά

01

μικρή και λεπτή, με μικρή σωματική διάπλαση και συχνά χαριτωμένη

pequeña y delgada, de constitución menuda y a menudo grácil
chiquita definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
la más chiquita
συγκριτικός βαθμός
más chiquita
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
chiquito
αρσενικό πληθυντικό
chiquitos
θηλυκό ενικό
chiquita
θηλυκό πληθυντικό
chiquitas
Παραδείγματα
Su hija es chiquita para su edad, pero muy lista.
Η κόρη της είναι chiquita για την ηλικία της, αλλά πολύ έξυπνη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store