Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
demacrado
01
εξασθενημένος, αδύνατος
extremadamente flaco y débil, con la piel pálida y pegada a los huesos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más demacrado
συγκριτικός βαθμός
más demacrado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
demacrado
αρσενικό πληθυντικό
demacrados
θηλυκό ενικό
demacrada
θηλυκό πληθυντικό
demacradas
Παραδείγματα
Sus brazos demacrados temblaban al levantar la taza.
Τα αδύνατα χέρια του τρέμαλαν καθώς σήκωνε το φλιτζάνι.



























