Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
demacrado
01
εξασθενημένος, αδύνατος
extremadamente flaco y débil, con la piel pálida y pegada a los huesos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más demacrado
συγκριτικός βαθμός
más demacrado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
demacrado
αρσενικό πληθυντικό
demacrados
θηλυκό ενικό
demacrada
θηλυκό πληθυντικό
demacradas
Παραδείγματα
El paciente salió del hospital con el rostro demacrado y pálido.
Ο ασθενής βγήκε από το νοσοκομείο με αδύνατο και χλωμό πρόσωπο.



























