Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El puchero
01
σουφρωμένο πρόσωπο, φουσκωμένα χείλη
una expresión de descontento o enfado en la que se frunce el ceño y se sacan los labios hacia afuera
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pucheros
Παραδείγματα
Con esos pucheros, consiguió lo que quería de su abuelo.
Με αυτές τις κατσούφιασες, πήρε αυτό που ήθελε από τον παππού της.



























