Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El ceño fruncido
01
συνοφρύωμα, συμπύκνωση των φρυδιών
una expresión facial que se forma al juntar las cejas, mostrando enfado, preocupación o concentración
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Su ceño fruncido se suavizó cuando por fin entendió el problema.
Το συγχυμένο του μέτωπο μαλάκωσε όταν τελικά κατάλαβε το πρόβλημα.



























