el glamour
Pronunciation
/ɡlamˈowɾ/

Ορισμός και σημασία του "glamour"στα ισπανικά

01

γλόμωρ, γοητεία

una cualidad de belleza, lujo y sofisticación que resulta excitante y atractiva
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Añadió un poco de glamour a su atuendo con unas joyas prestadas.
Πρόσθεσε λίγο γκλάμουρ στο ντύσιμό της με κάποια δανεισμένα κοσμήματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store