Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
balar
01
βελάζω
emitir su sonido característico una oveja o una cabra
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
balo
γ΄ ενικό πρόσωπο
bala
ενεστώτα μετοχή
balando
απλός αόριστος
baló
παθητική μετοχή
balado
Παραδείγματα
El cordero bala cuando busca a su madre.
Το αρνί βελάζει όταν ψάχνει τη μητέρα του.



























