balar
ba
ba
ba
lar
ˈlaɾ
lar
bajarbazarbailarbalear

Ορισμός και σημασία του "balar"στα ισπανικά

01

βελάζω

emitir su sonido característico una oveja o una cabra 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
balo
γ΄ ενικό πρόσωπο
bala
ενεστώτα μετοχή
balando
απλός αόριστος
baló
παθητική μετοχή
balado
Παραδείγματα
El cordero bala cuando busca a su madre. 

Το αρνί βελάζει όταν ψάχνει τη μητέρα του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store