Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ulular
01
ουρλιάζω, κράζω σαν κουκουβάγια
emitir su sonido característico un búho o una lechuza
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
ululo
γ΄ ενικό πρόσωπο
ulula
ενεστώτα μετοχή
ululando
απλός αόριστος
ululó
παθητική μετοχή
ululado
Παραδείγματα
Los búhos ululan para comunicarse entre sí.
Οι κουκουβάγιες ουρλιάζουν για να επικοινωνούν μεταξύ τους.



























