Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
piar
01
κιλαϊδίζω
emitir su sonido característico un pájaro pequeño o un polluelo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
pío
γ΄ ενικό πρόσωπο
pía
ενεστώτα μετοχή
piando
απλός αόριστος
pió
παθητική μετοχή
piado
Παραδείγματα
El canario pía alegremente en su jaula.
Ο καναρίνος κελαηδά χαρούμενα στο κλουβί του.



























