picotear
pi
pi
pi
co
ko
ko
tear
ˈteaɾ
tear
piratear

Ορισμός και σημασία του "picotear"στα ισπανικά

picotear
01

ραμφίζω, τσιμπώ

dar golpes con el pico, ya sea para comer, atacar o explorar 
picotear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
picoteo
γ΄ ενικό πρόσωπο
picotea
ενεστώτα μετοχή
picoteando
απλός αόριστος
picoteó
παθητική μετοχή
picoteado
Παραδείγματα
Las gallinas picotean el maíz esparcido en el suelo. 

Οι κότες ραμφίζουν το καλαμπόκι που είναι σκορπισμένο στο έδαφος.

02

τσιμπολογώ

comer pequeñas cantidades de comida de forma irregular y a lo largo del tiempo 
Παραδείγματα
No picotees antes de comer, que luego no quieres el plato principal. 

Μην τσιμπολογάς πριν το φαγητό, αλλιώς μετά δεν θα θες το κυρίως πιάτο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store