Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
migrar
01
μεταναστεύω
desplazarse periódicamente de una región a otra para reproducirse o buscar alimento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
migro
γ΄ ενικό πρόσωπο
migra
ενεστώτα μετοχή
migrando
απλός αόριστος
migró
παθητική μετοχή
migrado
Παραδείγματα
Los gansos migran volando en forma de V para ahorrar energía.
Οι χήνες μεταναστεύουν πετώντας σε σχηματισμό V για να εξοικονομήσουν ενέργεια.



























