Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
migrar
01
μεταναστεύω
desplazarse periódicamente de una región a otra para reproducirse o buscar alimento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
migro
γ΄ ενικό πρόσωπο
migra
ενεστώτα μετοχή
migrando
απλός αόριστος
migró
παθητική μετοχή
migrado
Παραδείγματα
Las aves migran al sur durante el invierno.
Τα πουλιά μεταναστεύουν νότια κατά τη διάρκεια του χειμώνα.



























