migrar
mig
ˈmiɣ
migh
rar
ɾaɾ
rar
mirar

Ορισμός και σημασία του "migrar"στα ισπανικά

migrar
01

μεταναστεύω

desplazarse periódicamente de una región a otra para reproducirse o buscar alimento 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
migro
γ΄ ενικό πρόσωπο
migra
ενεστώτα μετοχή
migrando
απλός αόριστος
migró
παθητική μετοχή
migrado
Παραδείγματα
Las aves migran al sur durante el invierno. 

Τα πουλιά μεταναστεύουν νότια κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store