Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El sapo
01
φρύνος, βουφονίδης
un anfibio de piel seca y verrugosa, patas cortas y que suele vivir en tierra
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sapos
Παραδείγματα
Un erizo se comió un sapo en el jardín.
Ένας σκαντζόχοιρος έφαγε ένα βάτραχο στον κήπο.



























