el gacela
ga
ga
ga
ce
ˈθe
the
la
la
la
gaceta

Ορισμός και σημασία του "gacela"στα ισπανικά

01

γαζέλα

antílope pequeño y ágil, de patas largas y cuernos delgados 
el gacela definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
gacelas
Παραδείγματα
La gacela saltaba entre la hierba alta para escapar del depredador. 

Η γαζέλα πήδαγε ανάμεσα στο ψηλό χορτάρι για να ξεφύγει από το αρπακτικό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store