toser
to
to
to
ser
ˈseɾ
ser
dolerdebertenerbeber

Ορισμός και σημασία του "toser"στα ισπανικά

01

βήχω

expulsar aire de los pulmones de forma brusca y ruidosa para limpiar la garganta o las vías respiratorias 
toser definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
toso
γ΄ ενικό πρόσωπο
tose
ενεστώτα μετοχή
tosiendo
απλός αόριστος
tosió
παθητική μετοχή
tosido
Παραδείγματα
El niño no para de toser desde anoche. 

Το παιδί δεν σταματάει να βήχει από χθες το βράδυ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store