Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
toser
01
βήχω
expulsar aire de los pulmones de forma brusca y ruidosa para limpiar la garganta o las vías respiratorias
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
toso
γ΄ ενικό πρόσωπο
tose
ενεστώτα μετοχή
tosiendo
απλός αόριστος
tosió
παθητική μετοχή
tosido
Παραδείγματα
El médico le preguntó si tosía con flemas.
Ο γιατρός τον ρώτησε αν βήχα με φλέγμα.



























