Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
magullar
01
μωλωπίζω, κοντούνω
dañar un tejido del cuerpo por un golpe sin romper la piel, causando una marca oscura
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
magullo
γ΄ ενικό πρόσωπο
magulla
ενεστώτα μετοχή
magullando
απλός αόριστος
magulló
παθητική μετοχή
magullado
Παραδείγματα
Se magulló el hombro al caer de la bicicleta.
Μώλωψε τον ώμο του πέφτοντας από το ποδήλατο.



























