Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anoréxico
01
ανορεξικός
que padece de anorexia, un trastorno alimentario caracterizado por el miedo intenso a ganar peso y una restricción extrema de la comida
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más anoréxico
συγκριτικός βαθμός
más anoréxico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
anoréxico
αρσενικό πληθυντικό
anoréxicos
θηλυκό ενικό
anoréxica
θηλυκό πληθυντικό
anoréxicas
Παραδείγματα
El comportamiento anoréxico a menudo incluye ejercicio excesivo.
Η ανορεξική συμπεριφορά συχνά περιλαμβάνει υπερβολική άσκηση.



























