patogico
pa
pa
πα
to
to
το
lo
λο
gi
xi
χι
co
ko
κο
mitológicoecológiconeurológicopsicológico

Ορισμός και σημασία του "patológico"στα ισπανικά

patológico
01

παθολογικός, νοσηρός

relacionado con una enfermedad o causado por ella, o que es anormal hasta el punto de la enfermedad 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
patológico
αρσενικό πληθυντικό
patológicos
θηλυκό ενικό
patológica
θηλυκό πληθυντικό
patológicas
θεματικό πεδίο
medicina, enfermedad, anomalía
Παραδείγματα
El informe patológico confirmó el diagnóstico de cáncer. 

Η παθολογική έκθεση επιβεβαίωσε τη διάγνωση του καρκίνου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store