Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
patológico
01
παθολογικός, νοσηρός
relacionado con una enfermedad o causado por ella, o que es anormal hasta el punto de la enfermedad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
patológico
αρσενικό πληθυντικό
patológicos
θηλυκό ενικό
patológica
θηλυκό πληθυντικό
patológicas
Παραδείγματα
Estudiaron los cambios patológicos en el tejido pulmonar.
Μελέτησαν τις παθολογικές αλλαγές στον πνευμονικό ιστό.



























