Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
trastornado
01
διαταραγμένος, ψυχικά διαταραγμένος
que tiene alteradas sus facultades mentales o emocionales y no se comporta con normalidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más trastornado
συγκριτικός βαθμός
más trastornado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
trastornado
αρσενικό πληθυντικό
trastornados
θηλυκό ενικό
trastornada
θηλυκό πληθυντικό
trastornadas
Παραδείγματα
Tiene una mente trastornada capaz de actos terribles.
Έχει ένα ταραγμένο μυαλό ικανό για τρομερά πράγματα.
Λεξικό Δέντρο
trastornado
tras
tornado



























