sociopático
Pronunciation
/sˌoθjopˈatiko/

Ορισμός και σημασία του "sociopático"στα ισπανικά

sociopático
01

κοινωνιοπαθητικός, σχετικός με μια διαταραχή προσωπικότητας που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ενσυναίσθησης και αντικοινωνική συμπεριφορά

relacionado con un trastorno de personalidad caracterizado por la falta de empatía y el comportamiento antisocial
Παραδείγματα
En la película, exploran la mente de un asesino sociopático.
Στην ταινία, εξερευνούν το μυαλό ενός κοινωνιοπαθή δολοφόνου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store