Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sociopático
01
κοινωνιοπαθητικός, σχετικός με μια διαταραχή προσωπικότητας που χαρακτηρίζεται από έλλειψη ενσυναίσθησης και αντικοινωνική συμπεριφορά
relacionado con un trastorno de personalidad caracterizado por la falta de empatía y el comportamiento antisocial
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sociopático
αρσενικό πληθυντικό
sociopáticos
θηλυκό ενικό
sociopática
θηλυκό πληθυντικό
sociopáticas
Παραδείγματα
En la película, exploran la mente de un asesino sociopático.
Στην ταινία, εξερευνούν το μυαλό ενός κοινωνιοπαθή δολοφόνου.



























